ἀναρριχῶμαι


ἀναρριχῶμαι
ἀναρριχάομαι
clamber up with the hands and feet
pres subj mp 1st sg (attic epic ionic)
ἀναρριχάομαι
clamber up with the hands and feet
pres ind mp 1st sg
ἀναρριχάομαι
clamber up with the hands and feet
pres subj mp 1st sg (attic epic doric ionic)
ἀναρριχάομαι
clamber up with the hands and feet
pres subj mp 1st sg (attic epic ionic)
ἀναρριχάομαι
clamber up with the hands and feet
pres ind mp 1st sg
ἀναρριχάομαι
clamber up with the hands and feet
pres subj mp 1st sg (attic epic doric ionic)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • αναρριχώμαι — αναρριχώμαι, αναρριχήθηκα, αναρριχημένος βλ. πίν. 61 και πρβλ. αναρριχιέμαι …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • αναρριχώμαι — (Α ἀναρριχῶμαι, άομαι) ανεβαίνω, σέρνομαι σε κατακόρυφη ή δύσβατη επιφάνεια, σκαρφαλώνω νεοελλ. 1. (για φυτά) ανεβαίνω και απλώνω τα κλαδιά σε δέντρο ή τοίχο 2. μτφ. ανέρχομαι διαδοχικά σε αξιώματα με ανέντιμα μέσα. [ΕΤΥΜΟΛ. Πρόκειται για παλαιό …   Dictionary of Greek

  • αγγριφώνω — [αγγρίφι] 1. κυρτώνω κάτι σαν άγκιστρο, καμπυλώνω 2. αναρριχώμαι, σκαρφαλώνω 3. αγγριφίζω* …   Dictionary of Greek

  • αιγίλιψ — αἰγίλιψ ( ιπος), ο, η (Α) τόπος όπου δεν σκαρφαλώνουν ούτε κατσίκια, επομένως απόκρημνος, απότομος. [ΕΤΥΜΟΛ. Σύνθετη λ. από αἰγι (< αἴξ, αἰγὸς) και λιψ. Το β συνθ. συνδέεται πιθ. με την ΙΕ ρίζα *leip, που σημαίνει («αλείφω» και) «σκαρφαλώνω,… …   Dictionary of Greek

  • αναδενδρούμαι — ἀναδενδροῡμαι ( όομαι) (Α) [ἀναδενδράς] (για αμπέλι) αναρριχώμαι σε δέντρο …   Dictionary of Greek

  • αναθέω — ἀναθέω (Α) 1. τρέχω προς τα επάνω, αναρριχώμαι, σκαρφαλώνω 2. (για φυτά) ξαναβλασταίνω 3. ανατρέχω, τρέχω προς τα πίσω, ξαναγυρίζω. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀνα * + θέω] …   Dictionary of Greek

  • αναρρίχηση — η (Α ἀναρρίχησις) το σκαρφάλωμα νεοελλ. 1. αθλητικό αγώνισμα με σκαρφάλωμα σε δοκό ή σχοινί 2. μτφ. το να ανέλθει κανείς διαδοχικά σε αξιώματα με ανέντιμα μέσα. [ΕΤΥΜΟΛ. < αναρριχώμαι. ΠΑΡ. νεοελλ. αναρριχητικός] …   Dictionary of Greek

  • επιπλανώμαι — ἐπιπλανῶμαι, άομαι (Α) 1. περιφέρομαι, περιπλανιέμαι («τῶν κατ’ ἐμαυτὸν ἀνθρώπων γῆν πλείστην ἐπεπλανησάμην», Κλήμ. Αλ.) 2. (απολ.) (για αναρριχητικά φυτά) έρπω πάνω σε κάτι, αναρριχώμαι, περιζώνω …   Dictionary of Greek

  • ερπύζω — (AM ἑρπύζω) [έρπω] έρπω* μσν. σκύβω το κεφάλι, ταπεινώνομαι, φέρομαι χαμερπώς για να επιτύχω ιδιοτελείς σκοπούς αρχ. 1. (για ανθρώπους υπερβολικά θλιμμένους ή μεγάλης ηλικίας ή για παιδιά ή για τετράποδα) βαδίζω σέρνοντας τα πόδια, σέρνομαι… …   Dictionary of Greek

  • κατσαρώνω — [κατσαρός] 1. κάνω κάτι κατσαρό, σγουραίνω («κατσάρωσε τα μαλλιά της») 2. γίνομαι σγουρός 3. (για φυτά) αναρριχώμαι ελικοειδώς …   Dictionary of Greek